«Α! Κοιτάξτε!» είπε δείχνοντας σ’ ένα σημείο μετά τα επιπλα κάνα δυο μέτρα πάνω από την καμάρα της εξόδου. Οι άντρες κοίταξαν με μιας προς την κατεύθυνση που έδειχνε . Ήταν εκεί και τους περίμεναν εδώ και τέσσερις αιώνες δυο όμορφα σκαλιστά γράμματα: ΑΠ. Οι δυο άντρες κόντεψαν να αγκαλιαστούν από τη χαρά τους. Πώς τους είχαν ξεφύγει; Προφανώς, μπαίνοντας, κανείς τους δεν είχε μπει στον κόπο να κοιτάξει πίσω από την είσοδο και ψηλά.
Ο άνδρας που τους συνόδευε απόρησε με την ευθυμία που ξέσπασε γύρω του στη θέα δύο γραμμάτων. Ξερόβηξε και προσπάθησε να εξηγήσει χαμογελώντας αμήχανα:
«Ε, λοιπόν, σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς και μελετητές, ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο με τον μαραγκό. Κατανοώ την έκπληξη σας γι’ αυτά τα γράμματα. Δεν έχουν νόημα εκεί που βρίσκονται, μετά τα επιπλα. Όμως πολλοί από τους ρομαντικούς που σας ανέφερα πατάνε σ’ ένα τυχαίο γεγονός, όπως την ύπαρξη τους εδώ, για να υποστηρίξουν ότι είναι τα αρχικά του ονόματος του: “A” για το Ανδρέας και “Π” για το Παναγιωτίδης.
Archives
Blogroll
