Ενα σημείο μετά τα επιπλα, υψίστης σπουδαιότητας

«Α! Κοιτάξτε!» είπε δείχνοντας σ’ ένα σημείο μετά τα επιπλα κάνα δυο μέτρα πάνω από την καμάρα της εξόδου. Οι άντρες κοίταξαν με μιας προς την κατεύθυνση που έδειχνε . Ήταν εκεί και τους περίμεναν εδώ και τέσσερις αιώνες δυο όμορφα σκαλιστά γράμματα: ΑΠ. Οι δυο άντρες κόντεψαν να αγκαλιαστούν από τη χαρά τους. Πώς τους είχαν ξεφύγει; Προ­φανώς, μπαίνοντας, κανείς τους δεν είχε μπει στον κόπο να κοι­τάξει πίσω από την είσοδο και ψηλά.
Ο άνδρας που τους συνόδευε απόρησε με την ευθυμία που ξέ­σπασε γύρω του στη θέα δύο γραμμάτων. Ξερόβηξε και προ­σπάθησε να εξηγήσει χαμογελώντας αμήχανα:
«Ε, λοιπόν, σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς και μελετητές,  ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο με τον μαραγκό. Κατανοώ την έκπληξη σας γι’ αυτά τα γράμματα. Δεν έχουν νόη­μα εκεί που βρίσκονται, μετά τα επιπλα. Όμως πολλοί από τους ρομαντικούς που σας ανέφερα πατάνε σ’ ένα τυχαίο γεγονός, όπως την ύπαρξη τους εδώ, για να υποστηρίξουν ότι είναι τα αρχικά του ονόματος του: “A” για το Ανδρέας και “Π” για το Παναγιωτίδης.

Όταν έφτασε στον ξύλινο φράχτη

Όταν αι­σθάνθηκε ότι τίποτα δεν τον απειλεί και βεβαιώθηκε ότι τίποτα δεν κινείται στην περιοχή, ούτε άνθρωπος ούτε αυτοκίνητο, διέσχισε το δρόμο τρέχοντας. Όταν έφτασε στον ξύλινο φράχτη πέταξε την τσάντα μέσα στο οικόπεδο. Ο φράχτης δεν είχε ύψος μεγαλύτερο από δυόμισι μέτρα και με λίγη φόρα τινάχτηκε και πιάστηκε γερά από την πάνω πλευρά. Το δεξί του χέρι πήγε να γλιστρήσει, αλλά έδωσε ώθηση με τις άκρες των ποδιών του και κρατήθηκε. Μετέφερε την ώθηση στους βραχίονες και σε με­ρικά δευτερόλεπτα ήταν στο πίσω μέρος του φράχτη, βαριανα-σαίνοντας σε βαθύ κάθισμα.
Αν ο εξωτερικός δρόμος ήταν κακοφωτισμένος, στο εσωτερι­κό του οικοπέδου ήταν σίγουρα πολύ χειρότερα. Έβγαλε τον αναπτήρα και έφεξε. Παντού υπήρχαν αραδιασμένα επιπλα λαμια. Μέχρι εκεί που του επέτρεπε να δει το ισχνό φως του αναπτήρα, αλλεπάλληλα ξύλα του θύμιζαν που βρισκόταν. Εντόπισε τη σακούλα. Έβγαλε το φακό και τον έλεγξε. Ευτυχώς, δεν είχε πά­θει το παραμικρό. Τον άναψε και προσπάθησε να φωτίσει όσο πιο μακριά γινόταν.

Τα κομμάτια ενός παλιού επιπλου μπαίνουν στην θέση τους

Δεν έχει βρει  τον υποψήφιο για ένα σαλονι που είχε μαζέψει από το δρόμο.
«Άρα δεν ήταν τελικά ο καναπες μου», συμπέρανε με σχετική α­νακούφιση .
«Κι όμως ήταν », πρόσθεσε πολύ σοβαρά. «Ο ίδιος μου αποκάλυψε την ιστορία. Για κάποιο λόγο, που δε μου εκμυστηρεύτηκε, άλλαξε όλες τις καρεκλες. Έβλεπε ότι δεν μπορού­σε να αποτρέψει την ανατροπή. Στο τέλος υποχώρησε. Το έκανε. Και πήρε τα επιπλα. Ξέρω ότι ήταν φτωχός, εκείνη τουλάχιστον την εποχή, αλλά δε μου βγάζεις από το μυαλό ότι κάτι άλλο τον έ­σπρωξε σε μια τόσο αμφιλεγόμενη απόφαση. Ποτέ δε μου είπε τον πραγματικό λόγο. Ίσως να μην τον μάθουμε και ποτέ”».
Άναψε τσιγάρο ενώ το προηγούμενο έκαιγε ακόμα στο τασάκι. Η αμηχανία του ήταν μεγάλη. Τώρα καταλάβαινε για τα επιπλα χαλκιδα. Εκείνη την εποχή στη δεκαετία του 70, είχε δώσει ζωή σε δυο πλάσματα. Τα χρήματα που είχε λά­βει για να σώσει το παιδί του ήταν αυτά που είχε δώσει ο ίδιος για να αποκτήσει ένα δικό του. Αναστέναξε. Άρχισε να εξηγεί  τι είχε μάθει. Τα κομμάτια ενός παλιού επιπλου έμπαιναν στη θέση τους.

Το κενό που χωρίζει τα δυο άκρα ανάμεσα στα επιπλα

Πέρασε τα χέρια γύρω από το μπράτσο του καναπέ και  κοίταξε με βλέμμα ερωτηματικό. Τα πρόσωπα τους πλησίασαν τόσο κοντά, που  έ­βλεπε σαν όραμα. Αισθάνθηκε την απορία να ζωγραφίζεται  να φουντώνει μέσα του, κα­θώς το είδε τόσο κοντά. Το κενό που χωρίζει τα δυο άκρα ανάμεσα στα επιπλα μοιάζει να κλίνει. Άρπαξε την πολυθρόνα και την έσυρε προς το μέρος του  Συνέχισε να τη κρατάει κοντά σε όλο της το μήκος και να τη περιεργάζεται με ενδιαφέρον. Οι συνθεσεις που υπήρχαν γύρω ήταν πολύ διαφορετικές από τα συνηθισμένα.
«Το φιλί στα μάτια είναι χωρισμός, λενε. Το πιστεύεις;» «Δεν ήξερα ότι ισχύει και στη χώρα σου αυτό, αλλιώς δε θα το αποτολμούσα, και μάλιστα σε μια θεά».
Γέλασαν και φιλήθηκαν. Σηκώθηκε να βρει τα τσιγάρα του α­νάμεσα στο κουβάρι των παραπεταμένων πραγμάτων. Άναψε ένα, πήρε το τασάκι δίπλα του και ανακάθισε ακουμπώντας στην πλά­τη του κρεβατιού. Το κρεβάτι είναι μεγάλο, διπλό και το στρώμα πολύ μαλακό. Εξαιρετικός συνδυασμός άνεσης και σχεδίου.

Τα μυστικά σχέδια για τα επιπλα

Και οπωσδήποτε είναι έ­νας άνθρωπος που έχει μυστικά σχέδια για τα επιπλα και ξέρει πώς να τα προστατεύ­ει. Ίσως εκείνο το πρωί, σκέφτηκε, να είχε μιλήσει με έναν από τους υπαλλήλους του θείου του. Από την άλλη, βέβαια, αυτός του αποκάλυψε το αυθεντικό σχέδιο των επιπλων. Αυτό  έδωσε πληροφορίες, επιβεβαιώνοντας στην ουσία τις αποκαλύψεις. Ήταν δυνατόν να είχε βάλει να τον παρακολουθούν και την ίδια στιγμή να τον συμβουλεύει να προσέχει; Ή μήπως ήταν ένα είδος έμμεσης προ­ειδοποίησης; Πολλά ερωτήματα στροβιλίζονταν στο μυαλό του. Ένιωσε να τον πιάνει πονοκέφαλος. Εισέπνευσε βαθιά τον υγρό αέρα. Άναψε κι άλλο τσιγάρο και πάσχισε να ξεκολλήσει το νου του από τα επιπλα. Είχε αρχίσει να σκοτεινιά­ζει. Στράφηκε ξανά προς τον εξίσου σιωπηλό.
«Είπες κάποια στιγμή ότι ο θείος  είχε κάνει κάτι σημαντικό για σένα. Τι ήταν αυτό, θες να μου πεις;»
Ο άντρας σούφρωσε τα χείλη του, φάνηκε σαν να συγκινήθηκε. Σε λίγο άκουσε  να φωνάζει το όνομα του  του προς μια κατεύθυνση. Ηρέμησε μόνο όταν κατάλαβε ό­τι καλούσε το γιο του.

Μεγάλης αξίας επιπλα σε μια τυχαία έκθεση

Έχω συναντήσει πολλά είδη σπιτιού στην καριέρα μου και θα ορκιζόμουν ότι δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο.
Έριξα μια λοξή ματιά πάνω από την πλάτη μου για να σιγουρευτώ ότι ο υπάλληλος της έκθεσης δεν είχε προσέξει την έστω και στιγμιαία ταραχή μου. Είμαι σίγουρος ότι κρατώ στα χέρια μου έναν επιπλο μεγάλης αξίας. Η τύ­χη μου έχει χαμογελάσει για μια ακόμα φορά. Έκανα για λίγο ότι πα­ρατηρώ κάποια ογκώδη επιπλα, τράβηξα στην τύχη τρια τέσσερα και κατέβηκα τα σκαλιά. Τα άφησα όλα αδιάφορα στο τραπέζι δί­πλα στα άλλα. Κινήθηκα προς την αντίθετη πλευρά της έκθεσης, όπου για ένα τέταρτο της ώρας έκανα ότι περιεργάζομαι με ενδιαφέρον επιπλα που δε θα τα έπαιρνα ακόμα κι αν μου τα χάριζαν. Όταν πλέον είχα ανακτήσει πλήρως την αυτοκυριαρχία μου επέστρε­ψα ντυμένος το συνηθισμένο μου επαγγελματικό χαμόγελο. Ο ανυποψία­στος για το θησαυρό που έχανε υπάλληλος με βοήθησε να μεταφέρω τους επιλεγμένους καναπεδες. Κατέβαλα το συμφωνημένο ποσό και άνοιξα την πόρτα. Μια δύσκολη προσπάθεια έφτασε σε αίσιο τέλος.

Περισπούδαστες τεχνικές που χρησιμοποιεί ο επιπλοποιος στα σεμιναρια

Στο βάθος του διαδρόμου των σκέψεων του άκουγε  να συμπληρώνει τις παρατηρήσεις του  και σε μερικές περιπτώσεις να ανταλλάσσουν φιλοφρο­νήσεις. Από το ράγισμα στο γυαλί πάνω στα επιπλα  ένιωσε να τρυ­πώνει ο παγωμένος αέρας της αδιαφορίας. Ο πόνος που είχε δο­κιμάσει τις προηγούμενες μέρες, τα νυχτερινά μοναχικά του δά­κρυα, τα αναπάντητα ερωτηματικά που τον πολιορκούσαν δια­λύθηκαν μεμιάς σαν νιφάδες χιονιού στα αντικειμενα της ψυχής του. Αυτό που άφησαν πίσω τους ήταν μια αρχικη γαλήνη, αλλόκοτη μα ευπρόσδεκτη. Σκέφτηκε ότι το κεφάλαιο «κουζινα» είχε τελειώσει και το βιβλίο  του είχε κλείσει με γδούπο. Μετά η σκέ­ψη του ξεστράτισε και, σαν σκυλί που του λύνεις το λουρί σε μια εξοχή, άρχισε να χοροπηδάει ανεξέλεγκτα.«Λοιπόν, κύριε , συμφωνείτε;» τον επανέφερε στην πραγματικότητα η φωνή της λογικής. Τον κοίταξε με απορία, μα πριν ξεκινήσει  να εξηγεί με το περισπούδαστο ύφος τι τον εί­χε ρωτήσει, προσέχοντας προφανώς την αφηρημάδα του, τον πρόλαβε:«Αυτά τα επιπλα είναι του Λυσία, του Δημοσθένη ή του Ισο­κράτη;». Έμεινε για μερικές στιγμές με το στόμα ανοιχτό και αμέσως μετά έστρεψε ένα ικετευτικό βλέμμα  ζητώντας συμπαράσταση.

Ο παπαγάλος δεν μιλάει στο κρεβατι

Του έστρωσα να φάμε στο σαλόνι γωνία και φάνηκε ευχαριστημένος από την περιποίηση, ενώ ο παπαγάλος πιο πέρα μας κοίταζε με περιφρόνηση. Και καλά εμένα, που έλειπα τόσες μέρες, όμως τον Μένιο, που τον φρόντιζε, γιατί;
- Τι έχει το πουλί; τον ρώτησα, πριν του πω για τα επιπλα, που είχα σταμπάρει.
- Τίποτα, τι να έχει; είπε, ενώ καταβρόχθιζε μια πιρουνιά αξιοσέβαστων διαστάσεων από το πιάτο του.στρωματα
- Δεν ξέρω, λίγο μελαγχολικό μου φαίνεται. Ούτε κιχ δεν έβγαλε από την ώρα που μπήκα μέσα.
- Γιατί, μήπως μιλάει και δεν το ξέρω; Αφού είναι παντελώς ηλίθιος.
- Δεν ξέρω τι λες εσύ, όμως, όταν με βλέπει αυτόματα αντιδρά, είτε με μια νευρικότητα είτε με ένα κρώξιμο είτε με το άνοιγμα των φτερών.
- Σου είπα, είναι ηλίθιος, όμως εσύ αρνείσαι να το καταλάβεις. Πεταμένα λεφτά. Άσε τώρα το βλάκα και πες, πήρες τίποτα επιπλα της προκοπής εκεί που πήγες; Η μόνο βόλτες με τα οχηματα στα παιχνίδια έκανες;

συνθεση σαλονιου

Εκείνη βέβαια χαμπάρι δεν έπαιρνε, χωμένη τόσο βαθιά στα δικά της τα προβλήματα, ζώντας καθημερινά με το φόβο και την απειλή. Το κατάλαβα όμως κι όταν έγινε εταιρια της ήμουν ένα βράδυ καλεσμένη στο σπίτι τους, καθόμασταν στα κόκκινα επιπλα, τον τελευταίο καιρό ο αδελφός μου, για λόγους που δεν ήξερα, αλλά που σίγουρα κάποιον απώτερο σκοπό θα είχαν, με φώναζε για βεγγέρα, εμένα δηλαδή, η αρχικη δεν τον ενδιέφερε, του ήταν άχρηστη, κι εγώ πήγαινα, γιατί την τραπεζαρια τη συμπαθούσα, εκείνη τη βραδιά, που λες, διέκρινα κάτι στα φερσίματα της, στα μάτια της, μια νωχελικότητα στις κινήσεις, μια τόλμη στο βλέμμα της, όταν κοίταζε τον άντρα της, ένιωθα ότι κάτι πρέπει να είχε αλλάξει στη ζωή της, ότι είχε ανακαλύψει τη χαρά , ότι κάποιος άντρας τής είχε ξυπνήσει τη προσεγγιση. Κι όταν λίγο αργότερα ήρθε, κατάλαβα από την ένταση των βλεμμάτων που αντάλλασσαν ότι εκείνος ήταν το μυστικό της αλλαγής, μόνο που έμοιαζε σαν να μη νοιάζονταν τόσο να το κρατήσουν κρυφό, τι γινόταν εδώ πέρα;

Λαχείο

Πριν αφήσω τον Σάιμον να φύγει για να πάει στο πρακτορείο του ζήτησα μια τελευταία χάρη, να
μου πει πέντε αριθμούς από το 1 έως το 45, τους οποίους εγώ αργότερα έπαιξα στο λαχείο. Υπάρχει μια
ιστορία που λέει ότι κάποιος κέρδισε στο λαχείο με τον εξής ανορθόδοξο τρόπο : πρώτα πέταξε στο
δρόμο ένα χαρτονόμισμα έτσι ώστε να φαίνεται σαν κάποιος να το έχασε, μετά κρύφτηκε εκεί κοντά
κρατώντας ένα στιλό και ένα ασυμπλήρωτο λαχείο περιμένοντας κάποιος περαστικός να το βρει. Σε λίγη
ώρα άκουσε κάποιον να φωνάζει «Πω! Πω! Πόσο τυχερός είμαι!». Τότε πετάχτηκε έξω και ζήτησε από
τον τυχερό περαστικό να του συμπληρώσει το λαχείο. Ο περαστικός τη στιγμή που βρήκε το χαρτο-
νόμισμα απέκτησε την ιδιότητα του τυχερού, έτσι το λαχείο συμπληρώθηκε από έναν τυχερό άνθρωπο,
επόμενο ήταν λοιπόν να κερδίσει.
Λίγο πριν δώσω στο Σάιμον τα είκοσι ευρώ έπρεπε να περάσω το mp3 στην κονσόλα του κεντρικού ε-
λέγχου και να προγραμματίσω την ώρα που θα ακουγόταν. Ύστερα, τραβήχτηκα σε ένα ήσυχο μέρος
και μια βραχνή κουβέντα από το κινητό ήταν αρκετή για να κάνει τη δουλειά της. «Νίο, αν θες να μάθεις
πόσο βαθιά είναι η τρύπα του λαγού έλα τώρα στην αποθήκη». Καθώς πήγαινα προς το γραφείο έβγαλα
από την τσέπη μου ένα μολύβι και το έκλεισα μέσα στην κασετίνα. Ήταν ένα κοινό μολύβι που στη μια
άκρη του είχε μια γόμα έτσι ο κύριος Κάρρολ θα διόρθωνε κάθε λάθος συνδυασμό στο παιχνίδι του, με-
χρι τελικά να βρει τη λύση.
Αφού έδωσα τα επιπλα μου στον Κάρρολ, κάθησα στο γραφείο μου και περίμενα τη δράση του Άρ-
νολντ. Ο Άρνολντ ήταν γείτονάς μου και πρωταθλητής κόσμου στο μπόντι μπίλντιγκ. Πέρυσι το καλο-
καίρι πήγα τη μητέρα του στο νοσοκομείο όταν είχε ένα σοβαρό τραυματισμό στο σπίτι της. Από τότε ο
Άρνολντ ένιωθε υποχρεωμένος απέναντί μου κι έτσι όταν του ζήτησα την βοήθειά του δεν είπε όχι. Με
το που μπήκε ο περιπτεράς μέσα κατάλαβα ότι ήταν η σειρά της Μάρθας να φύγει. Η κατάσταση ήταν έ-
τοιμη – η μοναδική που είχε μείνει στον όροφο ήταν η Σοφία.
Πλησίασα στο γραφείο της Σοφίας.
«Σοφία, όταν χθες σου ζήτησα να βγούμε μαζί θυμάσαι τι μου απάντησες;»
«Ναι βέβαια, ότι θα το κάνα μόνο όταν ο κόσμος γυρίσει ανάποδα.»
«Σωστά, και τι άλλο μου είπες φεύγοντας, θυμάσαι;»
«Ή όταν δω αυτό τον όροφο άδειο από προϊόντα και τιμές…»
Ήταν η στιγμή που η Σοφία κατάλαβε ότι αυτό που είχε πει είχε γίνει. Είχε συμβεί αυτό που θεωρούσε
απίθανο, ο πάντα γεμάτος και ζωντανός όροφος ήταν άδειος. Ήμασταν μόνοι μας.
«Έχω δύο εισιτήρια για το Μόντεμ Τζάζ Τρίο, για σήμερα το βράδυ… θες να ’ρθεις;»
Το είχε υποσχεθεί, δεν μπορούσε να αρνηθεί.
Η συναυλία του Μόντεμ Τζάζ Τρίο άρχιζε στις δέκα. Είχα κρατήσει δυο πολύ καλές μπροστινές θέσεις,
κι όταν ο υπάλληλος με ρώτησε το όνομά μου είπα αυτό του Γουίλσον. Η πρώτη ώρα ήταν καταπληκτι-
κή. Ήμουν μεγάλος θαυμαστής αυτού του σχήματος, αλλά και στη Σοφία άρεσαν, το κατάλαβα λόγω
του ενθουσιασμού με τον οποίο χειροκροτούσε. Στο διάλειμμα με τράβηξε μέχρι την τουαλέτα και μου
έσκασε δυο ρουφηχτά φιλιά. Βγήκαμε έξω και το δεύτερο μέρος μου φάνηκε πολύ καλύτερο από το
πρώτο. Για μένα ήταν η καλύτερη μουσική που έπαιξαν ποτέ.